Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2012

Όλα τα δάνεια μπορούν να διαγραφούν και όλες οι αφερρέγγυες τράπεζες να εκκαθαριστούν, χωρίς να κινδυνεύσει το σύστημα πληρωμών και εγγυήσεων


Έχουμε καταπιεί αμάσητα, όποια αστεία επιχειρήματα μας σερβίρουν εδώ και τρία χρόνια, ώστε μερικές φορές δεν ξέρεις τι να πιάσεις και τι να αφήσεις. Έβλεπα τις τελευταίες μέρες μερικά προκλητικά σχέδια ορισμένων τραπεζών, τα οποία δημοσιεύουν χωρίς ντροπή οι εφημερίδες τους και αναλύουν οι αναλυτές τους και μάλιστα τα σερβίρουν ως προτάσεις διευκόλυνσης των δανειοληπτών στεγαστικών δανείων για να μην χάσουν τα σπίτια τους.
Η πρόταση είναι σε γενικές γραμμές, ότι αφού δεν πληρώνεις τη δόση, και το ακίνητο είναι υποθηκευμένο, η τράπεζα να πάρει το ακίνητο και να σου το νοικιάζει. Ή μια τροποποίηση είναι να πληρώνεις μόνον τόκους και να παραταθεί για 99 χρόνια το δάνειο. Πρόκειται για πρόταση απάτης και κανονικά θα έπρεπε να επέμβει αυτεπάγγελτα ο εισαγγελέας σε αυτή τη δημόσια πρόταση κλοπής. Δυστυχώς κανέναν δεν άκουσα από τόσους πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές να θέτει το θέμα έτσι καθαρά. Η μόνη τίμια πρόταση θα ήταν να διαγραφούν όλα τα δάνεια που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, εφόσον η μη πληρωμή τους οφείλεται στην κρίση, στη μείωση των αποδοχών τους ή στην ανεργία τους. Η κάθε τράπεζα αν έκανε νόμιμα τη δουλειά της θα είχε κρατήσει τα απαραίτητα αποθεματικά για να διαγράψει τα δάνεια. Καμία όμως δεν την έκανε όπως έπρεπε κι έτσι όλες οι τράπεζες έχουν πάρει από το κράτος δηλαδή από όλους τους πολίτες συλλογικά εγγυήσεις, δάνεια και μετρητά πάνω από 110 δισεκατομμύρια ευρώ. Επομένως με δικά μας χρήματα ζουν ακόμα και είναι δίκαιο να διαγραφούν όλα τα δάνεια.

Η σημερινή κυβέρνηση και η ΕΕ ισχυρίζονται ότι ασκούν φιλελεύθερη πολιτική και μάλιστα ακραία νεοφιλελεύθερη, ενώ στην πραγματικότητα η κορυφή του κεφαλαίου δηλαδή οι τράπεζες εφαρμόζουν μια κρατική πολιτική για τον εαυτό τους ιδιοποιούμενες τους συλλογικούς πόρους των πολιτών και μάλιστα όχι αυτούς που είναι διαθέσιμους, αλλά με δανεικά που παίρνουν οι πολίτες και χορηγούν στις τράπεζες. Με εγγύηση τη φορολογία. Η πρότασή τους όμως είναι πολύ προκλητική γιατί θέλουν να μετατρέψουν το κράτος στην εποχή του μεσαίωνα ή έστω της απόλυτης μοναρχίας του 18ου και 19ου αιώνα, όταν ολόκληρο το κράτος, τα ακίνητα κτήματα κτίρια κλπ ανήκαν στον απόλυτο μονάρχη, όπως ο σουλτάνος στην περίπτωσή μας, κι εκείνος τα παραχωρούσε έναντι ανταλλαγμάτων στους υπηκόους του και στους αξιωματούχους του. Εισέπραττε ανάλογα με την περίπτωση ή τη δεκάτη, που ήταν η πιο μικρή φορολογία, ή το χαράτσι, ή άλλους φόρους τακτικούς και έκτακτους, αλλά πάντως κανείς δεν είχε απόλυτη ιδιοκτησία αλλά παραχώρηση. Μόνον τα βακούφια, δηλαδή της εκκλησίας τα κτήματα και τα αποκτήματα ήταν αφορολόγητα, γι αυτό και όσοι είχαν τα παραχωρούσαν στις μονές και στα ιερά. Αυτή την πρόταση κάνουν οι τράπεζες. Να περάσουν στην κατοχή τους όλα τα ακίνητα που έχουν υποθηκευτεί και όλοι να πληρώνουμε τόκους ή ενοίκιο επειδή θα μας αφήσουν να μένουμε προσωρινά στα ακίνητά μας.
Δεν είναι νόμιμο και δίκαιο το αίτημά τους γιατί δεν έδωσαν δάνεια από το μετοχικό τους κεφάλαιο δηλαδή από δικά τους χρήματα, αλλά είτε χρήματα των καταθετών, δηλαδή δικά μας των πολιτών που τους είχαμε εμπιστευθεί είτε αέρα κοπανιστό, ο οποίος ονομάζεται τραπεζική πίστη. Ως εκ τούτου σε περίοδο κρίσης δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην περιουσία μας εκτός κι αν με αυξήσεις του μετοχικού τους κεφαλαίου, διατηρούσαν την τράπεζα, κάλυπταν τις επισφάλειες και τις ζημιές από τη λειτουργία τους, δηλαδή αν είχαν βάλει τα 110 δισεκατομμύρια ευρώ από την τσέπη τους. Εφόσον όμως δεν έχουν τόσα χρήματα και η χρηματιστηριακή τους αξία δεν υπερβαίνει τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ και οι μέτοχοι αρνούνται να εισάγουν από το εξωτερικό τις αποταμιεύσεις των κερδών τους, οι τράπεζες μας ανήκουν συλλογικά και η μόνη νόμιμη και δίκαιη απόφαση είναι η διαγραφή των δανείων.

Η προκλητική συμπεριφορά των τραπεζών οι οποίες απαιτούν  κρατικά σχεδιασμένη υποστήριξή τους, δηλαδή ένα είδος κομμουνισμού για τα δικαιώματα των τραπεζιτών ένα είδος δικτατορίας των τραπεζών, όταν όλοι οι άλλοι πολίτες μένουν απροστάτευτοι και έρμαια των αγορών στο όνομα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της μη κρατικής επέμβασης, ξεκίνησε από το 2008. Τότε οι τράπεζες πέτυχαν μια απόφαση των G-   20 σύμφωνα με την οποία καμιά μεγάλη τράπεζα δεν έπρεπε να αφεθεί να καταρρεύσει από το φόβο της κατάρρευσης του οικονομικού συστήματος και του συστήματος πληρωμών. Μόνον πολύ μικρές τράπεζες θα μπορούσαν να αφεθούν να χρεοκοπήσουν όπως έγινε στην Ελλάδα με την ΠΡΟΤΟΝ ΒΑΝΚ και με καμία άλλη.
Η ικανότητα των τραπεζιτών να πετύχουν μια τέτοια ρύθμιση οφειλόταν στην εξής μπλόφα: Αν καταρρεύσει μια τράπεζα λόγω αφερρεγυότητας, τότε θα απειληθεί με κατάρρευση και η διπλανή της τράπεζα με την οποία έχει συναλλαγές και μετά ολόκληρος ο χρηματοπιστωτικός κλάδος και όλο το σύστημα πληρωμών της οικονομίας. Δεν είναι έτσι όμως.
Κατ αρχήν για τις καταθέσεις δεν υπάρχει θέμα. Τις εγγυάται το κράτος μόνον και όχι οι τράπεζες. Αν το κράτος πεί ότι τις εγγυάται, τότε υπάρχουν. Αν το κράτος πεί ότι δεν τις εγγυάται δεν υπάρχουν. Πάει αυτό.
Το σύστημα πληρωμών επομένως μπορεί να είναι ασφαλές ακόμα κι αν πτωχεύσει μια τράπεζα και διαγραφούν όλα τα δάνεια που έχει δώσει. Από τη στιγμή που το κράτος εγγυάται τις καταθέσεις εγγυάται και τα δάνεια που έχουν δοθεί με αντίκρισμα αυτές τις καταθέσεις. Δεν έχει κανένα λόγο όμως το κράτος να εγγυάται και για όλες τις διατραπεζικές συναλλαγές και ανα αναλαμβάνει τις ζημίες αυτών των κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, όπως ακριβώς δεν το κάνει για καμιά άλλη κερδοσκοπική επιχείρηση, βιομηχανική, εμπορική, εφοπλιστική, βιοτεχνική κλπ για κανέναν επαγγελματία ως φυσικό πρόσωπο και για κανέναν εργαζόμενο. Γιατί η μόνη προστατευμένη έναντι ζημιών να είναι η τραπεζική κερδοσκοπική επιχείρηση; Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Πέραν της επιρροής που ασκεί στην κυβέρνηση, μέσω του χρήματος, των εξυπηρετήσεων, του Τύπου τον οποίο αγοράζει και των υπαλλήλων που έχει στα κόμματα και κυρίως στις ηγεσίες τους.

Έτσι κι αλλιώς ακόμα και το απλό χαρτονόμισμα, γιατί έχει την αξία που γράφει επάνω; Επειδή το κράτος λέει ότι έχει αυτή την αξία. Γι αυτό το λόγο και ένα χαρτονόμισμα έχει την ίδια αξία με μια κατάθεση. Αν αυτό γίνει κατανοητό, ενδεχομένως  θα σταματήσουν και οι μικροκαταθέτες να αποσύρουν καταθέσεις από τις τράπεζες και να τις διατηρούν σε χαρτονομίστατα στο σπίτι τους. Μια κρατικοποίηση της τράπεζας επομένως η οποία είναι αφερέγγυα θα οδηγούσε και αυτούς τους φοβισμένους μικροκαταθέτες να επιστρέψουν τα χρήματά τους στην κρατική τράπεζα, αφού έτσι κι αλλιώς μόνον η εγύηηση του κράτους δίνει την αξία και στα χαρτονομίσματα και στις καταθέσεις. Δεν θα υπήρχε δηλαδή καμιά ανάγκη πανικού. Καμία διαφορά.
Έτσι δεν κινδυνεύει και κανένα δάνειο που έχει δοθεί σε μη τραπεζική επιχείρηση και δεν υπάρχει λόγος να ανακληθεί. Η τραπεζική φούσκα όμως που αποτελείται από συναλλαγές μεταξύ τραπεζών θα έμπαινε σε εκκαθάριση και θα έφευγε όλος ο αέρας γιατί για αέρα κοπανιστό πρόκειται. Το σύστημα πληρωμών όμως θα επιβίωνε και δεν θα αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, ακόμα κι αν κατέρρεαν όλες αυτές οι τραπεζικές φούσκες. Θα εξαφανιστούν μόνον τα ανύπαρκτα περιουσιακά στοιχεία. Τα σπίτια μας και τα ακίνητά μας δεν θα εξαφανιστούν. Θα εξαφανιστούν όμως τα ομολογιακά δάνεια των τραπεζών και τα πακέτα μετοχών που θα αξίζουν λιγότερο από το χαρτί πάνω στο οποίο είναι τυπωμένα, αν είναι τυπωμένα γιατί τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν ούτε χαρτί και είναι άϋλα. Γι αυτό θέλουν οι τράπεζες να ανταλλάξουν τα άϋλα περιουσιακά τους στοιχεία με ότι μπορέσουν από τα υλικά δικά μας περιουσιακά στοιχεία και να τους πληρώνουμε νοίκι. Αν είναι δυνατόν. Πρόκειται για δημόσια πρόταση κλοπής σε περίοδο κρίσης και κανονικά ο εισαγγελέας Πεπόνης θα πρέπει να διώξει όλους τους τραπεζίτες που κάνουν αυτές τις προτάσεις και όλα τα μέσα ενημέρωσηυς που τις αβαντάρουν ως συνεργούς στην τέλεση εγκλημάτων και μάλιστα κακουργημάτων λόγω του μεγάλου ύψους αυτών των ποσών, τα οποία ξεπερνούν το όριο  του νόμου. Νομίζω ότι είναι 75.000 ευρώ…

Δεν έχει κανένα λόγο το κράτος να εγγυάται όπως το χαρτονόμισμα και όπως τις καταθέσεις, τη διατραπεζική φούσκα η οποία αποτελείται μόνον από αέρα και δεν δημιουργήθηκε από την τίμια εργασία κανενός. Η μία τράπεζα εγγυάται τα χαρτιά και τα ομόλογα της άλλης και όλες μαζί δεν εγγυώνται ούτε ένα ευρώ από καμιά κατάθεση κανενός πελάτη τους. Αν έστω και μία από αυτές μπορεί να εγγυηθεί αυτά που εγγυάται μπορεί να διατηρήσει τη θέση της και το καθεστώς ιδιοκτησίας της. Οι υπόλοιπες θα οδηγηθούν σε εκκαθάριση εν λειτουργία και ότι απομείνει, μπορεί να πουληθεί.
Αν μία μεγάλη χώρα αποφασίσει να το κάνει, θα δημιουργηθεί ένα θετικό ντόμινο εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού κλάδου, η μία χώρα θα ακολουθεί την άλλη και το σύστημα πληρωμών δεν θα κινδυνεύσει καθόλου. Το μόνο που χρειάζεται – και αυτό που μας λείπει – είναι η θέληση να αγωνιστούμε εναντίον αυτού του σάπιου συστήματος των τραπεζών και να αντισταθούμε στους εκβιασμούς των τραπεζών.

Δημοσίευση σχολίου