Τρίτη, Αυγούστου 28, 2012

Η συνταγή Παπανδρέου, εφαρμοζόμενη από τον Σαμαρά, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Μείωση ανταγωνιστικότητας!


Ένα από τα σημαντικά λάθη διαχείρισης της κρίσης που έκανε η κυβέρνηση Παπανδρέου με αποτέλεσμα να αρχίσει να κατεβαίνει την τσουλίθρα της πολιτικής της επιρροής στους Έλληνες πολίτες, παρασύροντας και όποιο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης συμφωνούσε μαζί της, ήταν το γεγονός ότι παραμέλησε όλα τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, και απασχόλησε τη Βουλή και όλο το πολιτικό προσωπικό, με τα νομοσχέδια για την οικονομία, τις καταργήσεις των εργασιακών δικαιωμάτων, την επιβολή φόρων, τη νομοθέτηση της λιτότητας, ακολουθώντας τη συνταγή της τρόϊκας ότι πρέπει να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, αρχίζοντας από τη μείωση του εργασιακού κόστους.


Δεν ασχολήθηκε καθόλου με τη βελτίωση της λειτουργίας της Δημοκρατίας, με την αλλαγή του εκλογικού νόμου επί το αναλογικότερο, με την έγκαιρη θεσμοθέτηση των δημοψηφισμάτων για σημαντικά θέματα, με την προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως του αστικού, το κτηματολόγιο και το περιουσιολόγιο, τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος ιδιαίτερα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και γενικά με τη βελτίωση της καθημερινής ζωής των Ελλήνων. Όπως γνωρίζουμε εκ του αποτελέσματος, ούτε τα προβλήματα της οικονομίας λύθηκαν με τόσους νόμους, ούτε η αξιοπιστία της κυβέρνησης διασώθηκε, ούτε σημειώθηκε οποιαδήποτε πρόοδος σε κάποιον τομέα. Με άλλα λόγια αν δεν είχε ψηφιστεί κανένας νόμος από τους δεκάδες που ψηφίστηκαν, η κατάσταση της οικονομίας, των εργαζομένων και των δημοσίων εσόδων, δεν θα ήταν χειρότερη από ότι τώρα. Μπορεί να ήταν και καλύτερη, αλλά πάντως δεν θα ήταν χειρότερη.

Για παράδειγμα, αν δεν είχε ψηφιστεί όλη αυτή η νομοθεσία και η αυστηροποίηση των ποινών για την είσπραξη των βεβαιωμένων οφειλών, οι περισσότερες από τις οποίες είναι επιχειρήσεων που έχουν κλείσει, ή επιχειρήσεων που ανήκουν  ή συνδέονται με το δημόσιο,  κι αν δεν έβγαινε μια ανακοίνωση την ημέρα ή μια διαρροή νέων μέτρων, αλλά είχε επικεντρωθεί η φροντίδα υπουργών, πολιτικών στελεχών, ανώτερης δημοσιουπαλληλίας και εφοριακών υπαλλήλων, στην είσπραξη του ΦΠΑ, θα είχαν αυξηθεί τα έσοδα κατά 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ το χρόνο, από το 2010. Με όλα τα νομοσχέδια που ψηφίστηκαν, τα έσοδα διαρκώς μειώνονται.

Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι τα λεφτά που κυνηγάνε, δεν υπάρχουν. Και δεν μπορείς να πληρωθείς λεφτά που δεν υπάρχουν. Επίσης για να δημιουργήσεις μια νέα δομή που θα κυνηγάει χρήματα από έναν νέο τομέα φορολογίας, θέλεις μια πολύχρονη συστηματική προσπάθεια με συνεχείς αλλαγές και βελτιώσεις, ακόμα κι αν η νέα υπηρεσία λειτουργεί άψογα, χωρίς γραφειοκρατία και με αξιοκρατία. Πόσο μάλλον που οι υπηρεσίες είσπραξης δημοσίων εσόδων είναι γνωστό ότι είναι διεφθαρμένες, γραφειοκρατικές και λειτουργούν με κομματικά κριτήρια. Ενώ ο ΦΠΑ υπάρχει, πληρώνεται κάθε στιγμή της ημέρας από τον τελικό καταναλωτή κάθε προϊόντος και το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τον εισπράττεις. Ο ΦΠΑ μπορεί να εισπράττεται και σε περιόδους ύφεσης όσο και σε περιόδους άνθησης γιατί δεν επιβαρύνει τους ενδιάμεσους και τις επιχειρήσεις.  Τόσο απλά.

Αν λοιπόν η Βουλή είχε ασχοληθεί με τις μεταρρυθμίσεις και με τον εκσυγχρονισμό που δεν έχει κόστος, για παράδειγμα με την αποτελεσματική προστασία των δασών από καταπατητές, ο πολίτης θα είχε την αίσθηση ότι έχει ανταπόδοση για τους φόρους που πληρώνει και επομένως η κυβέρνηση δεν θα είχε πολιτικό κόστος. Όταν όμως η κυβέρνηση νομοθετεί διαρκώς επιβαρύνσεις για κατόχους ακίνητης περιουσίας και παράλληλα νομοθετεί την «νομιμοποίηση» όλων των παρανομιών γύρω από τα ακίνητα, από αυθαίρετα και καταπατήσεις δημόσιων εκτάσεων μέχρι ημιυπαίθριους χώρους και βοηθητικούς χώρους πολυκατοικιών, με σκοπό την είσπραξη εφάπαξ κάποιων ποσών από τους παράνομους, ο πολίτης καταλαβαίνει ότι τον κυβερνούν, απατεώνες, καταπατητές, λαμόγια και ανόητοι διεφθαρμένοι. Επομένως έχει πολιτικό κόστος, ακόμα και μεταξύ εκείνων που επωφελούνται γιατί ο καθένας γνωρίζει ότι έχει διαπράξει παρανομία και με τα λεφτά του αγόρασε τη νομιμότητα. Αντιθέτως αν η πολιτεία φροντίζει να εισπράξει τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί για κάθε παρανομία, όλοι θα την επαινέσουν και εκείνοι που είναι νόμιμοι, αλλά ακόμα και οι παρανομούντες οι οποίοι θα παραδεχθούν ότι πρέπει να επιστρέψουν στη νομιμότητα γιατί η παρανομία έπαψε να είναι επικερδής.

Η πολιτική της τρόϊκας, που είναι και επίσημη πολιτική της ΕΕ ασχέτως μνημονίων, ότι η κρίση προέκυψε λόγω της διαφοράς ανταγωνιστικότητας Βορρά και Νότου, η οποία οφείλεται στην αύξηση των μισθών, οι οποίοι αυξήθηκαν γρηγορότερα στον Νότο σε σύγκριση με την παραγωγικότητα, είναι ένας αστικός μύθος ο οποίος δεν επιβεβαιώνεται από καμιά σοβαρή μελέτη. Το αναμασούν όμως αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον, κι έτσι έχει γίνει «αντικειμενική αλήθεια» την οποία κανείς δεν χρειάζεται να αποδείξει. Έπεσαν λοιπόν σαν τα κοράκια πάνω στην εργατική νομοθεσία, να καταργήσουν τις συλλογικές συμβάσεις, τους κατώτερους μισθούς και γενικά προσπαθούν να συμπιέσουν το εργατικό κόστος, ενώ αυτό δεν λύνει κανένα πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Αυξάνει όμως τα κέρδη στις κερδοφόρες επιχειρήσεις και μεγαλώνει τις οικονομικές ανισότητες, επομένως καταλαβαίνουμε και γιατί προωθείται δογματικά και όχι ορθολογικά.

Καμιά εξαγωγική επιχείρηση δεν διαμαρτυρήθηκε για το εργασιακό κόστος, αλλά για την έλλειψη ζήτησης για τα προϊόντα που εξάγει στην υπόλοιπη Ευρώπη, για τις καθυστερήσεις του κράτους, για τη γραφειοκρατία και για τη διαφθορά. Επίσης στους τομείς των εξαγωγών και των κατασκευών και στον χρηματοπιστωτικό τομέα (όπου έχουν σημειωθεί τα μεγαλύτερα κέρδη) οι αμοιβές δεν έχουν αυξηθεί συγκριτικά με άλλους τομείς. Είτε επειδή απασχολούν αλλοδαπούς, είτε γιατί δεν πληρώνουν ασφαλιστικές εισφορές, είτε γιατί οι αμοιβές είναι καθηλωμένες, στις εξαγωγικές εταιρίες, στις κατασκευές και σε άλλους κλάδους όπως ο τουρισμός, οι μισθοί δεν έχουν αυξηθεί ιδιαίτερα εδώ και δέκα χρόνια. Οι αμοιβές έχουν αυξηθεί περισσότερο σε μη παραγωγικούς κλάδους, στο δημόσιο, σε μονοπωλιακές δημόσιες και ιδιωτικές εταιρίες, στις υπηρεσίες που καταναλώνονται στο εσωτερικό (όπως επικοινωνίες, ενέργεια κλπ) και στους τομείς που ασχολούνται με το εμπόριο ειδών πολυτελείας και εισαγωγές.

Πρόκειται για έναν μύθο, ο οποίος έχει ήδη καταρριφθεί από πλήθος ορθολογικών μελετών αλλά και από την εμπειρία. Στη Βουλγαρία και σε όλη την Ανατολική Ευρώπη έχουμε κατώτερους μισθούς, με νομοθετική απαγόρευση αύξησης από το κράτος, αλλά αυτό δεν έφερε επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς. Επίσης σε αυτές τις χώρες σημειώθηκε αύξηση των μισθών (όχι των κατώτερων) με ρυθμούς ανάλογους ή μεγαλύτερους σε σύγκριση με τη δυτική Ευρώπη εδώ και 10 χρόνια. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση των ανισοτήτων και η διατήρηση της υπανάπτυξης. Δεν έχουν ούτε ισχυρά συνδικάτα, ούτε συλλογικές συμβάσεις για να τους ενοχοποιήσουμε. Αντίθετα στη δυτική Ευρώπη και ιδίως στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ολλανδία, στη Φινλανδία και εκτός ευρωζώνης στη Σουηδία) έχουμε και ισχυρά συνδικάτα και συλλογικές συμβάσεις. Εκεί όμως αυξάνονται οι επενδύσεις και διευρύνεται η παραγωγική βάση της οικονομίας, για άλλους λόγους που δεν είναι της στιγμής και πάντως όχι λόγω συλλογικών συμβάσεων και ισχυρών συνδικάτων. Αν λοιπόν στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια δεν είχαμε καταστρέψει την εργασιακή νομοθεσία, δεν θα είχαμε χάσει τίποτα, αλλά ίσως και να είχαμε κερδίσει. Και κυρίως η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν  θα είχε καταρρεύσει γιατί δεν θα είχε προδώσει εκείνους που την ψήφισαν το 2009.

Αυτά λοιπόν τα λάθη επιβεβαιώνονται και από την κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία ευθυγραμμιζόμενη με την τρόϊκα, ακολουθεί τον ίδιο δρόμο και θα καταστρέψει και τη δική της πολιτική επιρροή, αλλά και των συμμάχων της και κυρίως της ΔΗΜΑΡ που είναι άφθαρτη ως τώρα και ελπίδα για την αλλαγή του ΠΑΣΟΚ με νέο όνομα. Όπως είχε πεί πριν από 3 χρόνια ο τότε αντιπρόεδρος Θόδωρος Πάγκαλος, δεν χρειάζεται νομοθεσία για να λειτουργήσει έντιμα το κράτος. Χρειάζεται έντιμη κυβέρνηση και έντιμοι υπάλληλοι. Αν μια δημόσια υπηρεσία καταργηθεί, αυτομάτως απολύονται και οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούσαν σε εκείνες τις θέσεις. Το πρόβλημα ήταν ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε να απολύσει τους πελάτες της και όχι οι αυτονόητες αντιδράσεις των υπαλλήλων και τα συνδικάτα τους. Ούτε χρειάζεται νομοθεσία για να εισπράξει τον ΦΠΑ. Ούτε χρειάζεται νομοθεσία για να εισπράξει τα πρόστιμα. Ούτε χρειάζεται νομοθεσία για να γκρεμίσει τα αυθαίρετα. Νομοθετεί όμως διαρκώς για να διατηρηθούν τα αυθαίρετα, για να κάνει εκπτώσεις στα πρόστιμα, για να κάνει δόσεις στην είσπραξη του ΦΠΑ και για να μεταθέσει τους υπαλλήλους που θα έπρεπε να απολυθούν σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου.

Νομοθετεί για να επιβάλει οριζόντιες περικοπές και μειώσεις. Νομοθετεί για να αυξήσει τις ανισότητες. Νομοθετεί για να νομιμοποιήσει παράνομες ως τότε χρηματοδοτήσεις των τραπεζών. Νομοθετεί για να διασώσει τον εαυτό της, ακόμα και για να χρηματοδοτήσει τα κόμματα του μνημονίου. Νομοθετεί για να περιορίσει την κυριαρχία της χώρας και φυσικά νομοθετεί για να αυξήσει τα δικαιώματα των ξένων δανειστών. Νομοθετεί διαρκώς για να λύσει τα προβλήματα της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ η εκτελεστική εξουσία δεν δουλεύει αλλά μεταθέτει τα προβλήματά της στη Βουλή. Δηλαδή αν υπάρχει μόνον ένας τρόπος για να αποτύχει τον υιοθετεί αμέσως. Γιατί αν μπορούσες να αυξήσεις τα έσοδα με νομοθετήματα, ή να βελτιώσεις την καθημερινή ζωή των πολιτών με υπουργικές αποφάσεις, θα το είχαν κάνει και μικρά παιδιά προσχολικής ηλικίας. Χωρίς προσπάθεια.

Σε ποιόν τομέα δεν έκαναν απολύτως τίποτα; Σε κείνον που όλοι λένε ότι πρέπει να κάνουν πολλά. Στην ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης της χώρας. Δεν υπάρχει κανένας Έλληνας εξαγωγέας που να είπε ότι δεν μπορεί να παράγει περισσότερα προϊόντα προς εξαγωγή. Όλοι είπαν ότι δεν υπάρχει ζήτηση για τα προϊόντα τους στο εσωτερικό της Ευρώπης γιατί η αγορά καλύπτεται από τα προϊόντα των άλλων χωρών του Βορρά τα οποία δεν έχουν ούτε μικρότερη τιμή ούτε καλύτερη ποιότητα. Άρα ούτε με υποτίμηση του νομίσματος θα είχαν καλύτερη τύχη. Άλλωστε υπάρχουν άλλες δέκα χώρες της ΕΕ, όλων των κατηγοριών από τη Βρετανία και τη Σουηδία ως τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που έχουν το δικό τους νόμισμα και θα μπορούσαν να το υποτιμήσου αν ήθελαν. Δεν λύνεται λοιπόν το πρόβλημα ούτε με εσωτερική υποτίμηση, όπως λέει αυτός ο σύγχρονος αστικός ευρωπαϊκός μύθος.

Το πρόβλημα θα αρχίσει να λύνεται με αυτό που όλοι λένε αλλά κανείς δεν κάνει. Με τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Δεν ίδρυσαν όμως ούτε μία παραγωγική μονάδα που θα υποκαθιστούσε τις εισαγωγές από τις χώρες του Βορρά. Ούτε μία πράσινη επιχείρηση. Ούτε μία αλυσίδα λιανικής η οποία θα πουλάει μόνον ελληνικά προϊόντα. Αντιθέτως οδηγούν στο κλείσιμο ακόμα και ομοειδείς θυγατρικές επιχειρήσεις γερμανικών ή βορειοευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Δηλαδή ενώ οδηγείται στο κλείσιμο μια ελληνική ακόμα και μια θυγατρική επιχείρηση  επεξεργασίας αλουμινίου στην Ελλάδα, η αντίστοιχη γερμανική επιχείρηση ανθεί και αυξάνει την παραγωγή και τις εξαγωγές της. Ενώ στην Ελλάδα μειώθηκαν οι μισθοί και καταργήθηκε η συλλογική σύμβαση, η επιχείρηση έκλεισε, ενώ η ίδια επιχείρηση στη Γερμανία ανθεί. Η θυγατρική στην Ελλάδα δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί από το τραπεζικό σύστημα, ενώ η θυγατρική στη Γερμανία έχει άφθονη και φθηνή χρηματοδότηση. Οι προοπτικές της ελληνικής είναι αρνητικές, ενώ της γερμανικής είναι θετικές. Κανένα μνημόνιο δεν προβλέπει καμιά παραγωγική ανασυγκρότηση και κυρίως την αύξηση των πολύ μικρών αμοιβών στον ιδιωτικό τομέα. Γιατί όποιος πληρώνεται σήμερα με 400 ευρώ το μήνα, δεν μπορεί να ζήσει, ενώ στη Βουλγαρία μπορεί. Στην Ινδία και στο Βιετνάμ μπορεί να ανήκει και στη μεσαία τάξη, με αυτή την αμοιβή, αλλά στην Ελλάδα είναι παρίας. Με τη διαφορά ότι στην Ελλάδα έχει βγάλει το Λύκειο, ξέρει αγγλικά και μπορεί να χειριστεί υπολογιστές και ένας τέτοιος εργαζόμενος ακόμα και στην Ινδία ή στην Τουρκία, πληρώνεται με 1500 ευρώ και είναι δυσεύρετος. Η κοινωνική δυσφορία λοιπόν και η κοινωνική εξέγερση δεν είναι μυστήριο, αλλά αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη.























Δημοσίευση σχολίου