Παρασκευή, Φεβρουαρίου 27, 2009

Τί έχουν τα έρμα και ψοφάνε;


Η έρευνα που έκανε χθες ο Φλάς με την έρευνα σε πραγματικές συνθήκες μεταξύ όλων των τραπεζών για την άρνησή τους να χορηγήσουν δάνεια μέσω του προγράμματος ΤΕΜΠΜΕ στο οποίο έχουν ενταχθεί, αποδεικνύει μεταξύ άλλων και πόσο δύσκολο είναι να διαβάσεις πραγματικά οικονομικά ρεπορτάζ. Το γεγονός ότι το ρεπορτάζ αυτό έχει να κάνει με ιδιωτικές τράπεζες και ιδιωτικές επιχειρήσεις δηλαδή με μεγάλους διαφημιζόμενους, σημαίνει ότι επηρεάζεται από τα ιδιωτικά συμφέροντα πιο πολύ από άλλα ρεπορτάζ.

Αυτό το οποίο είναι κοινό μυστικό, σπάνια φτάνει στους ακροατές ή στους αναγνώστες και περισσότερο στους τηλεθεατές. Γιατί κανένας διαφημιζόμενος δεν θέλει να του ασκείται κριτική ή να επικρίνεται ενώ την ίδια στιγμή δίνει χρήματα σε ένα κανάλι. Και μάλιστα πολλά. Στο μυαλό τους είναι εφιαλτικό. Σας πληρώνω για να με βρίζετε; Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι η δουλειά της δημοσιογραφίας είναι άλλη και ότι είναι αγαθό που προστατεύεται από το Σύνταγμα. Νομίζουν ότι είναι κάτι που μπορούν να αγοράσουν. Και υπάρχουν φυσικά μερικά μαγαζιά που τους το υπόσχονται. Γι αυτό τα λέω μαγαζιά. Πουλάνε τα πάντα.

Χρειάστηκαν μεγάλες προσπάθειες επί σειρά ετών αρκετών εξ ημών και η πολιτική συγκυρία για να ασχοληθεί ο Τύπος με την ανηθικότητα και την εγκληματική κυριολεκτικά την παράνομη δραστηριότητα των τραπεζών. Η οποία φυσικά συνεχίζεται, δεν έχει ιδρώσει το αυτί τους. Δεν φαντάζονται ότι υπάρχει κράτος ή κάποια εξουσία πάνω από αυτούς η οποία να τους υποχρεώσει να εφαρμόζουν τους νόμους. Από τη μια με τα λεφτά τους επιβάλουν τη σιωπή στα μεγάλα μέσα ενημέρωσης κι από την άλλη οι υπάλληλοί τους υπουργοί και κυβερνητικοί παράγοντες όπως ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τους υποστηρίζουν και τους καλύπτουν.

Καμία νομοθεσία ούτε την εργατική ούτε την πιστωτική εφαρμόζουν. Ενεργούν ως κράτος εν κράτει και η κυβέρνηση τους χαϊδεύει. Για παράδειγμα όπως απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας η έρευνα του Φλάς, όλες οι ιδιωτικές τράπεζες, αδιαφορούν πλήρως για την εφαρμογή ενός κυβερνητικού προγράμματος το οποίο επιδοτεί το επιτόκιο, όχι το κεφάλαιο στη δανειοδότηση μικρών επιχειρήσεων. Τι έκαναν οι ιδιωτικές τράπεζες; Δανειοδότησαν μόνον πελάτες τους οι οποίοι δεν χρειάζονταν τα χρήματα για να τα καταθέσουν στην τράπεζά τους. Δηλαδή μια χρήση που ξεφεύγει εντελώς από τους στόχους του προγράμματος που ενδιαφέρθηκαν να ενταχθούν. Όχι μόνο δεν έκαναν καλό αλλά έκαναν και ζημιά. Απέσπασαν χρήματα έστω και λίγα από αυτούς που έπρεπε για να τα δώσουν σ’ αυτούς που δεν έπρεπε. Κι ακόμα η κυβέρνηση με τη φροντίδα του υπουργείου Οικονομίας και τους υπουργείου Ανάπτυξης δεν τους απέκλεισαν από τη μελλοντικά εφαρμογή του προγράμματος.

Κάτι τέτοιο θα τους εξέθετε στην αγορά, θα τους προξενούσε κόστος και μελλοντικά θα μείωνε τα κέρδη τους. Η κυβέρνηση οφείλει να αναθέσει μελλοντικά το πρόγραμμα αποκλειστικά στην Αγροτική Τράπεζα, δίνοντάς της και την απαραίτητη ρευστότητα. Αυτό θα βοηθήσει την Τράπεζα να αναπτύξει μελλοντικά τις πελατειακές της σχέσεις με ένα καινούργιο πελατολόγιο που τώρα δεν έχει. Προσθέτει δηλαδή υπεραξία στην τράπεζα αυξάνει την εμπειρία της και τις δυνατότητές της άρα βελτιώνει και τον ανταγωνισμό. Η Εθνική Τράπεζα που ανταποκρίθηκε μόνον στο 50% της Αγροτικής, πρέπει να πιεστεί να πετύχει συγκεκριμένους στόχους. Να πληρώσει δηλαδή τις επιταγές που έχει ήδη εγκρίνει η Αγροτική Τράπεζα, αλλά δεν έχει την αναγκαία ρευστότητα να πληρώσει. Και να μείνει στο πρόγραμμα ώστε και η Αγροτική να έχει ανταγωνισμό στο μέλλον.

Θα δώσει δηλαδή η κυβέρνηση ένα δείγμα γραφής ότι δεν είναι υπάλληλοι, και ότι έχει αποφασίσει να κυβερνήσει. Φυσικά και δεν θα το κάνει. Ούτε το ΠΑΣΟΚ θα το προτείνει. Και γιατί δεν επιθυμεί να δώσει δείγμα γραφής, αλλά και γιατί δεν θέλει να κηρύξει τον πόλεμο στις τράπεζες. Είναι ένα πολύ μικρό πρόγραμμα ύψους μόλις 100 εκατ. Ευρώ. Και όμως είναι βέβαιο ότι οι τράπεζες θα το θεωρήσουν κήρυξη πολέμου. Το ΠΑΣΟΚ είναι σε φάση που θέλει να χτίσει καλές σχέσεις με τους τραπεζίτες ώστε να τους έχει συμπαραστάτες στην πορεία του προς την εξουσία. Ή να τους αποσπάσει από την υποστήριξη της ΝΔ. Γι αυτό και διστάζει ή απορρίπτει τέτοιες ιδέες. Δεν χτίζει όμως υγιείς σχέσεις σε στέρεες βάσεις με τους τραπεζίτες όταν τους χαϊδεύει. Το λάκκο του σκάβει.

Γενικά όπως θα έχετε παρατηρήσει, το ΠΑΣΟΚ έχει ένα πρόβλημα να καταθέτει προτάσεις για την καθημερινή κυβερνητική δραστηριότητα. Κυρίως φοβούνται ατομικά τα στελέχη να αναλάβουν πρωτοβουλίες και επίσης δεν θέλουν να έχουν δεσμεύσεις στο μέλλον. Προτιμούν λευκή επιταγή που είναι όμως και η θρυαλλίδα που υπονομεύει και το παρόν και το μέλλον του. Οι πολίτες είναι πολύ καλύτερα ενημερωμένοι από ότι φαντάζεται το ΠΑΣΟΚ και έχουν πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις. Δεν αρκεί η κριτική στη ΝΔ ούτε οι γενικόλογες υποσχέσεις.

Κυρίως όμως πάσχει στις σχέσεις του με τους εργαζόμενους. Σε δεκάδες επιχειρήσεις γίνονται απολύσεις, ή διαθεσιμότητες ή εφαρμόζονται δήθεν προγράμματα εθελουσίας εξόδου. Γίνονται συνελεύσεις εργαζομένων που είναι σε απελπισία και το ΠΑΣΟΚ είναι απών. Δεν έχει ανθρώπους πρόθυμους να εκφράσουν έστω και τη συμπαράστασή τους. Οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ το αποφεύγουν. Προτιμούν να έχουν καλές σχέσεις με τον επιχειρηματία εργοδότη και όχι με τους εργαζομένους του. Δεν συμπεριφέρονται δηλαδή σαν σοσιαλιστές, αλλά σαν δεξιοί. Να μη σας πώ ότι οι δεξιοί είναι καλύτεροι ηθοποιοί και πάντα προσπαθούν να τα έχουν καλά και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ. Οι ΠΑΣΟΚοι συνήθως είναι με τον εργοδότη σε κάθε άξια λόγου μεγάλη επιχείρηση. Και ο Παπανδρέου περιμένει να δεί γιατί δυσκολεύεται το ΠΑΣΟΚ να ξεπεράσει τα χαμηλά επίπεδα στα οποία έπεσε επί των ημερών του και να φτάσει σε ποσοστά που είχε επί Ανδρέα Παπανδρέου. Και όμως για το ΠΑΣΟΚ είναι απαράδεκτο να διεκδικεί στις εκλογές ποσοστά κάτω από 40%. Το 40% είναι το ποσοστό που πήρε το ΠΑΣΟΚ το 1989 όταν δηλαδή έπεσε στα ιστορικά του χαμηλά. Ευπρεπές ποσοστό για το ΠΑΣΟΚ είναι το 45% ή το 48%, τα υπόλοιπα δείχνουν ότι ακόμα δεν έχει, κι έτσι όπως πάει δεν πρόκειται να αποκαταστήσει την καλή του σχέση με τους ανθρώπους της εργασίας. Και μάλιστα σε περίοδο κρίσης στην οικονομία. Ύφεσης στην οικονομία.
Δημοσίευση σχολίου