Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2013

Αριστερή και Δεξιά κριτική στις προτάσεις του Φώτη Κουβέλη για το πολιτικό σύστημα




Λέμε συχνά, είπαμε και χθες με τον Χάρη Καστανίδη, καλεσμένο στο στούντιο, ότι η αλλαγή και αντικατάσταση του πολιτικού συστήματος, είναι προϋπόθεση για να βγει η Ελλάδα από την κρίση και για να θεραπεύσει τις πάγιες στρεβλώσεις της κομματοκρατίας, της φαυλοκρατίας και της διαφθοράς. Ένα κόμμα της συγκυβέρνησης, η ΔΗΜΑΡ, πήρε την πρωτοβουλία να καταθέσει προτάσεις για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης.

Επειδή είμαστε και πρέπει να είμαστε καλοπροαίρετοι, πρέπει να επικροτήσουμε κατ αρχήν την πρωτοβουλία και την επιθυμία να είναι ένα σημερινό κόμμα μέρος της λύσης και όχι μέρος του προβλήματος. Αλλά και ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις. Μια από τις βασικές διαπιστώσεις των πολιτών τα τελευταία χρόνια, είναι ότι ο λαός δεν κυβερνά, ο λαός δεν έχει την κυριαρχία, η ουσία της Δημοκρατίας δεν υπάρχει, η κοινωνία δεν ερωτάται καν για τις πολιτικές που αποφασίζονται ερήμην της και εφαρμόζονται με αυταρχική και βίαιη συμπεριφορά εναντίον της.


Τι πρότεινε ο Φώτης Κουβέλης; Τα εξής: καθιέρωση της απλής αναλογικής, ώστε να μην στρεβλώνεται η λαϊκή εντολή προς τη Βουλή, για το ποια κυβέρνηση πρέπει να τύχει της εμπιστοσύνης της. Δηλαδή αποδέχεται η ΔΗΜΑΡ την ουσία της δημοκρατίας δι αντιπροσώπου με την οποία η κυριαρχία των πολιτών μεταβιβάζεται για τέσσερα χρόνια στη Βουλή και απλώς ζητά, να μην στρεβλώνεται η λαϊκή εντολή με μπόνους 50 εδρών όπως τώρα ή με λιγότερες στο παρελθόν με άλλα συστήματα. Συνεπής με τη θέση της, ζητά φυσικά την κατάργηση του μπόνους των 50 εδρών.

Η πρόταση δεν μπορούμε αν είμαστε καλοπροαίρετοι, να μην πούμε ότι είναι στην ορθή κατεύθυνση, με την έννοια του ορθολογισμού. Η ΔΗΜΑΡ όμως δεν είναι ο νομοθέτης, αλλά ένα κόμμα που καλείται να εκτελέσει να εφαρμόσει τη νομοθεσία. Λογικά θα έπρεπε με τη δράση της όχι μόνον να σχολιάζει αλλά και να δρα στην ίδια κατεύθυνση. Επομένως αφού διαπιστώνει ότι η σημερινή κυβέρνηση στηρίζεται στη στρέβλωση των 50 εδρών και συνεπώς παραβιάζει τη λαϊκή εντολή, θα έπρεπε να εφαρμόσει από τον εαυτό της τις αρχές που πρεσβεύει ώστε να είναι αξιόπιστη. Να αρνηθεί να συμμετάσχει σε μία κυβέρνηση η οποία χωρίς τη συμμετοχή της, θα είχε μόνον 101 έδρες επομένως δεν θα είχε την εμπιστοσύνη της Βουλής. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν 151 έδρες στα χαρτιά, πριν την αποχώρηση ή διαγραφή βουλευτών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αν αφαιρέσουμε τις 50 έδρες μπόνους της ΝΔ μας μένουν 101 και σήμερα πολύ λιγότερες. Συνεπώς η ΔΗΜΑΡ συμμετέχει προσωρινά σε μία κυβέρνηση που δεν έχει τη δημοκρατική νομιμοποίηση, αν υιοθετηθούν οι απόψεις της. Αυτή είναι μια κριτική από δεξιά και θα μπορούσε να την έχει κάνει και η ΝΔ αν απλώς σχολιάσει την πρόταση της ΔΗΜΑΡ και την συγκρίνει με την πολιτική της πράξη. Αυτή η δεξιά κριτική, δεν στερείται ορθολογισμού και επομένως το ότι είναι δεξιά, δηλαδή λαμβάνει πλήρως υπόψιν της και δέχεται ως δημοκρατία την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δεν την κάνει αποκρουστική.

Ας δούμε όμως το θέμα και από αριστερή κριτική θέση. Αν δεχόμαστε λόγω ιδεολογίας και πολιτικής τοποθέτησης, ότι όλες οι εξουσίες ανήκουν στο λαό και ασκούνται από το λαό, αντί αυτός να αντιπροσωπεύεται από πολιτικούς και κάθε 4 χρόνια να καλείται να κάνει τον διαιτητή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερους μονομάχους, δηλαδή να στερείται 365μέρες το χρόνο την πολιτική εξουσία, τότε τι προτείνει η ΔΗΜΑΡ; Τίποτα στην πραγματικότητα. Προτείνει να διατηρηθεί το αντιπροσωπευτικό σύστημα, αφού εμπλουτιστεί με θεσμούς όπως το δημοψήφισμα, για το οποίο όμως δεν προβλέπει ούτε τη συχνότητά του, ούτε την ευκολία με την οποία θα μπορούσε ο ενεργός πολίτης να το απαιτήσει. Για παράδειγμα αν δημοψήφισμα έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει αν το ζητήσουν 50.000 πολίτες ή 100.000 πολίτες, τότε καμιά κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να το αρνηθεί. Αν όμως είναι στο χέρι της κυβέρνησης ή της Βουλής, σημαίνει ότι από το 1974 ως το 2013 δεν θα γίνει κανένα δημοψήφισμα. Το Σύνταγμα του 1975 το προβλέπει, αλλά δεν έχει γίνει κανένα για να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Συνεπώς κοροϊδευόμαστε.

Θα μπορούσε η ΔΗΜΑΡ μια και είναι ένα κυβερνητικό κόμμα, να δώσει ένα δείγμα γραφής της πολιτικής που προτείνει, ώστε ο λαός να κρίνει αυτή την πολιτική και επομένως να την επιβραβεύσει ή να κατακρίνει, έστω στις επόμενες εκλογές αφού δεν μπορεί να το κάνει όλες τις άλλες μέρες, παρά μόνον μέσω των σφυγμομετρήσεων, οι οποίες δεν συνιστούν ούτε έλεγχο ούτε φυσικά καταλογίζουν ευθύνες; Φυσικά θα μπορούσε.

Για να καταλάβουμε σε ποια θέματα προτείνει να γίνονται δημοψηφίσματα, θα μπορούσε να βρει μέσα στους προηγούμενους 6 μήνες, ένα θέμα και να απαιτήσει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την έγκρισή του. Αφού δηλαδή το ψηφίσει η Βουλή μετά από διαπραγματεύσεις με τους ενδιαφερόμενους, να πει ότι εμείς το ψηφίζουμε με την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί από το λαό μέσω δημοψηφίσματος. Για παράδειγμα το μνημόνιο 3 ή άλλο νομοσχέδιο μικρότερης σημασίας, ή άλλη απόφαση της κυβέρνησης που εγκρίθηκε με πράξη νομοθετικού περιεχομένου. Η κυβέρνηση Σαμαρά, θα ήταν τότε υποχρεωμένη να αποδεχθεί την πρόταση της ΔΗΜΑΡ, γιατί δεν έχει δημοκρατική νομιμοποίηση, αφού οι 151 έδρες δεν αρκούν γιατί όπως είπαμε αν αφαιρέσουμε τις 50, τότε είναι λιγότερες από το 50% της Βουλής. Πέραν των αριθμών, πολιτική η κυβέρνηση σαμαρά δεν θα μπορούσε να αρνηθεί το δημοψήφισμα, αν το πρότεινε ένας εκ των τριών συνεταίρων της κυβέρνησης. Έτσι οι πολίτες θα είχαν δείγμα γραφής από τη ΔΗΜΑΡ, θα έβλεπαν πως προτείνει να κυβερνηθεί η χώρα και προβλέπω επειδή στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος, ότι όλοι θα λέγαμε μπράβο στον Κουβέλη που όχι μόνο λέει, αλλά και ενεργεί με βάση τις προτάσεις του. Θα έβαζε μια πινελιά συμμετοχής των πολιτών στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Δεν το κάνει όμως ως τώρα. Δεν δίνει δείγμα γραφής. Περιορίζεται να σχολιάζει αντί να κυβερνά. Αρνείται τη λαϊκή εντολή να κυβερνά, αφού τουλάχιστον ο ίδιος έτσι ερμήνευσε το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου 2012.

Εδώ τελειώνουν οι προτάσεις της ΔΗΜΑΡ αν τις κρίνουμε με βάση τις πράξεις της. Γιατί στα μικρότερης σημασίας ζητήματα, είναι ακόμα χειρότερες οι προτάσεις. Για την μείωση της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, δεν λέει ποια προτείνει να είναι η μείωση και γιατί. Για τη μείωση του κόστους του πολιτικού συστήματος, προτείνει μόνον να μειωθεί η βουλευτική αποζημίωση και η σύνταξη, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι το κόστος της φαυλοκρατίας και της κομματοκρατίας, δεν είναι μόνον τα προνόμια των βουλευτών, αλλά η δυνατότητα να διορίζουν τους ανθρώπους τους σε θέσεις με παχυλούς μισθούς και μέσω αυτών να εφαρμόζουν τις πελατειακές σχέσεις και την διαφθορά. Δεν προτείνει τίποτα για όλα αυτά.

Για την τιμωρία των πολιτικών που έχουν και ποινικές ευθύνες από πράξεις ή παραλείψεις τους, προτείνει πράγματι να καταργηθεί το άρθρο 86 του Συντάγματος και να υπαχθούν στη νομοθεσία που αφορά όλους τους πολίτες. Ενώ θα μπορούσε να προτείνει την εθελούσια παραίτηση της Βουλής και των πολιτικών του καθεστώτος ατιμωρησίας, ως την ημέρα που θα αναθεωρηθεί το Σύνταγμα. Δεν το προτείνει ως κυβερνητικό κόμμα, αλλά όπως θα το πρότεινε π.χ. το ΚΚΕ ή ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Να γίνει στο μέλλον από κάποιον άλλον. Τα κυβερνητικά κόμματα όμως κρίνονται από τις πράξεις τους. Όχι από τις προτάσεις για να τις εφαρμόσει κάποιος άλλος τη Δευτέρα παρουσία. Αυτό το κάνουν οι θρησκείες όχι τα κόμματα.

Με άλλα λόγια, δεν αρκεί μια διακήρυξη προθέσεων, παρά μόνον αν έχει σκοπό και η ΔΗΜΑΡ να μας κοροϊδέψει όπως και η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ του παρελθόντος. Αυτό κάνουν από το 1974. Ψηφίζουν τη δυνατότητα δημοψηφίσματος, αλλά δεν το κάνουν ποτέ. Ψηφίζουν νόμο που αν ήθελε η Βουλή θα μπορούσε να στείλει στη Δικαιοσύνη τους επίορκους υπουργούς. Δεν στέλνει όμως κανέναν γιατί κρίνει τον εαυτό της και κανείς δεν μπορεί να είναι κριτής του εαυτού της. Θεσπίζει την ατιμωρησία των υπουργών και γι αυτό αποθρασύνονται οι πολιτικοί γιατί ξέρουν ότι έχουν το ακαταδίωκτο. Νοθεύουν τη Δημοκρατία γιατί έτσι γνωρίζουν ότι ούτε έλεγχος υπάρχει ούτε ευθύνη υπουργών για τις πράξεις τους ή για τις παραλείψεις τους. Ο ίδιος ο Βενιζέλος ως αγορητής και εισηγητής, και η Βουλή, αθώωσε τον Άκη Τσοχατζόπουλο για τις υποθέσεις για τις οποίες τώρα είναι στη φυλακή, αλλά ο αγορητής, εισηγητής και η Βουλή που τον αθώωσε ούτε ελέγχεται ούτε τιμωρείται για τις πράξεις και για τις παραλείψεις της με τις οποίες τον αθώωσε στο παρελθόν.

Τι άλλο να πούμε;



Δημοσίευση σχολίου