Πέμπτη, Μαΐου 24, 2012

Το πρόβλημα της Ευρώπης, το ελληνικό ζήτημα και το διακύβευμα των εκλογών



Η κόπωση ολόκληρης της Ευρώπης μετά από 3 χρόνια άκαρπων προσπαθειών να λύσει το πρόβλημα του ευρώ με διαρκείς καθυστερήσεις και αναβολές είναι προφανής ακόμα και στις επίσημες ανακοινώσεις. Όπως από την αρχή ήταν δεδομένο, η κάθε καθυστέρηση δημιουργεί μεγαλύτερο κόστος. Το ίδιο ισχύει και για την επίλυση της ελληνικής κρίσης που είναι απλώς ένα κεφάλαιο στην κρίση του ευρώ.


Αρχικά η Γερμανία επέμενε ότι η ελληνική κρίση είναι άσχετη με το ευρώ και ανεύθυνοι, τεμπέληδες και ψεύτες Έλληνες έπρεπε να τιμωρηθούν. Τώρα πιά κανείς δεν το λέει αυτό αν και η Μέρκελ νομίζει ότι αν ακρωτηριάσει την ευρωζώνη αποβάλλοντας την Ελλάδα, θα λύσει το πρόβλημα. Δεν θα το λύσει και το ξέρουν όλοι. Απλώς θα μπορέσει να καθυστερήσει κι άλλο ανεβάζοντας το κόστος. Για την Ελλάδα το οικονομικό και κοινωνικό κόστος έχει γίνει αβάσταχτο, αλλά η επιλογή της Ελλάδας να προσχωρήσει στην ευρωζώνη ήταν πολιτική επιλογή και εξακολουθεί να ισχύει. Το οικονομικό κόστος πρέπει να το διαχειριστούμε ώστε η παραμονή μας να μην είναι αφόρητη, τουλάχιστον ως τη στιγμή που η Ευρώπη θα αποφασίσει να πάει μπροστά, στην πολιτική ενοποίηση, ή πίσω, στη διάλυση της ευρωζώνης.



Επομένως η στρατηγική μιας ελληνικής κυβέρνησης, η οποία θα προκύψει από την επόμενη Βουλή, είναι δεδομένη. Επιβιώνουμε εντός ευρωζώνης και ανακτούμε την κυριαρχία της χώρας για να επιβιώσουμε. Χωρίς κυβέρνηση που θα υπερασπίζεται τα συμφέροντα των Ελλήνων και των ευρωπαίων πολιτών, δεν μπορούμε να επιβιώσουμε. Αντί να προωθούμε τον εμφύλιο πόλεμο όπως επιθυμούν οι ξένοι, πρέπει να επιβάλουμε στα κόμματα τη συνεργασία μεταξύ τους για να διαπραγματευθούν μια νέα συμφωνία για την Ελλάδα και μια νέα συμφωνία για την Ευρώπη.



Καμία από τις δύο συμφωνίες δεν είναι κοντά. Η ευρωπαϊκή συμφωνία είναι ακόμα πιο μακριά. Αυτή τη στιγμή ο προϋπολογισμός της ΕΕ είναι στο 1% του ΑΕΠ και για να έχουμε μια πραγματική ομοσπονδία πρέπει να φτάσει στο 60% που είναι π.χ. ο προϋπολογισμός των ΗΠΑ. Αυτή τη στιγμή καμιά χώρα δεν πιέζει για αύξηση του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η συμφωνία του Μάαστριχτ απαγορεύει τον δανεισμό των κυβερνήσεων από την ΕΚΤ με 1% και επιβάλει τον δανεισμό μέσω ιδιωτικών τραπεζών με επιτόκια 5-6% και ταυτόχρονα η πράξη και όχι οι συνθήκες λένε ότι οι κυβερνήσεις θα διασώζουν τις τράπεζες όταν χρεοκοπούν είτε εξαιτίας δικής τους απληστίας όπως στις άλλες χώρες, είτε γιατί φορτώθηκαν χρέη των κυβερνήσεων, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας. Το σχήμα είναι οξύμωρο και πρέπει να αναθεωρηθεί. Αλλά αυτή τη στιγμή κανείς δεν ζητάει τη διόρθωση του προφανούς. Η Γερμανία πιέζει στην αντίθετη κατεύθυνση. Να συνεχίσουν οι κυβερνήσεις να δανείζονται από τις ιδιωτικές τράπεζες και να πληρώνουν μεγάλα επιτόκια και η ΕΚΤ να δανείζει μόνον τις ιδιωτικές τράπεζες.

Το τρίτο και σημαντικότερο δηλαδή η πολιτική ενοποίηση, είναι ακόμα πιο πίσω. Αντί όλα τα χρέη των χωρών της ΕΕ να γίνουν ομοσπονδιακό χρέος, το οποίο θα εξοφληθεί από ομοσπονδιακό ενιαίο φόρο, μέσω της ΕΚΤ και στο μέλλον θα υπάρχουν μόνον ομόλογα της ΕΚΤ με εγγύηση μόνον της ΕΚΤ, γίνεται το αντίθετο. Η κάθε χώρα να είναι μόνη της και να απαγορεύεται ακόμα και η αλληλεγγύη που προβλέπεται από τις συνθήκες. Μια χώρα όπως η Ελλάδα και η πλειοψηφία των χωρών της ευρωζώνης, μπορεί να συμμετέχει με την ψήφο της στην επίλυση του ευρωπαϊκού προβλήματος αν έχει την κυριαρχία της. Αλλιώς δεν συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων σαν να μην ήταν μέλος. Λίγο χειρότερο είναι να είναι προτεκτοράτο, οπότε όχι μόνον δεν συμβάλει με την ψήφο της στην υπεράσπιση των συμφερόντων της, αλλά προσθέτει την ψήφο της στην ψήφο της Γερμανίας δηλαδή εναντίον των συμφερόντων της. Κι έτσι επιδεινώνεται η κρίση γιατί διαστρεβλώνεται ο μηχανισμός λήψης των αποφάσεων.



Στο ελληνικό επίπεδο, μια κυβέρνηση συνεργασίας, είναι σαφώς πιο ισχυρή γιατί εκφράζει τουλάχιστον το 50% των πολιτών κι αυτό εντελώς σχηματικά. Αν εκφράζει το 50% σίγουρα τότε εκφράζει τους πολλούς δηλαδή πάνω από το 90% των λιγότερο προνομιούχων Ελλήνων. Αν όμως δεν εκφράζει το 50% τουλάχιστον τότε εύκολα ξεπέφτει στο να εκφράζει τα συμφέροντα μόνον του 1% και των πελατών του οι οποίοι είναι οι πιο ισχυροί και ελέγχουν τις τράπεζες, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα μέσα ενημέρωσης αλλά και το πολιτικό σύστημα μέσω των ηγεσιών και των παροχών προς αυτούς.

Ένα κόμμα που είναι δεσμευμένο να συμμετέχει σε κυβέρνηση η οποία εκφράζει τουλάχιστον το 50% των πολιτών, δηλαδή προκύπτει από απλή αναλογική, συμπεριφέρεται διαφορετικά. Π.χ. αν η ΝΔ συμμετείχε σε μια κυβέρνηση η οποία θα εξέφραζε το 51% της κάλπης του Μαίου, δηλαδή θα την αποτελούσαν ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, θα συμπεριφερόταν διαφορετικά. Για να συμμετέχει όμως ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να συμμετέχει και η ΔΗΜΑΡ αλλά και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Άρα αντί για το 50% θα εξέφραζε το 70% των πολιτών.

Καμιά απόφαση, δεν θα ήταν ίδια αν έρχονταν στη Βουλή με τέτοια σύνθεση. Για παράδειγμα η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα γινόταν με κοινές μετοχές και επομένως θα μπορούσε να διαγραφεί και μέρος του ιδιωτικού χρέους επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Άρα το τραπεζικό σύστημα θα ήταν πιο σταθερό, γιατί θα μπορούσαν να πληρώσουν το υπόλοιπο χρέος τους και θα υπήρχε ρευστότητα στην αγορά η οποία τώρα δεν υπάρχει. Το κούρεμα του ιδιωτικού χρέους θα είχε γίνει με διαφορετικό τρόπο και τα ασφαλιστικά ταμεία και οι μικροί αποταμιευτές δεν θα είχαν χάσει τα χρήματά τους. Το εργασιακό δίκαιο δεν θα γινόταν τριτοκοσμικό, αλλά θα παρέμενε ευρωπαϊκό. Ακόμα και η χρηματοδότηση των κομμάτων θα ήταν πιο μικρή και πιο ορθολογική. Αλλά και η εφορία θα ήταν πιο αποτελεσματική γιατί θα υπήρχε συναίνεση των πολιτών. Ενώ τώρα πρόκειται για μια μη νομιμοποιημένη κυβέρνηση η οποία επιβάλει άδικους φόρους χωρίς συναίνεση των πολιτών. Και τα έσοδα της εφορίας δεν πηγαίνουν κυρίως εκεί που πρέπει, αλλά εκεί που δεν πρέπει. Όπως και τα δάνεια πηγαίνουν εκεί που δεν πρέπει κι όχι εκεί που πρέπει. Μόνον την προηγούμενη εβδομάδα πληρώσαμε 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ στο εξωτερικό, τη στιγμή που στο εσωτερικό έχουμε κάνει άτυπη στάση πληρωμών.

Ακόμα όμως κι αν επέμενε π.χ. ο Σαμαράς να ευνοηθούν οι τράπεζες, οι βουλευτές του για λόγους επιβίωσης θα ψήφιζαν μαζί με τους Ανεξάρτητους Έλληνες και ο αρχηγός δεν θα μπορούσε να τους διαγράψει γιατί θα προσχωρούσαν στο άλλο κόμμα της Βουλής αυτομάτως. Επομένως δεν θα το έλεγε ποτέ. Ακόμα και ο Βενιζέλος δεν θα έλεγε τώρα μετά τις εκλογές για επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, αλλά πριν. Και η Μέρκελ δεν θα έλεγε να χαλαρώσουμε τους στόχους του μνημονίου, μόλις είδε τον Τσίπρα να παίρνει 17%, αλλά θα το έλεγε πριν. Και τα προβλήματα της Ευρώπης όμως θα είχαν διευκολυνθεί γιατί δεν θα υπολόγιζαν όπως τώρα ότι η ψήφος της Ελλάδας μετράει υπέρ της Μέρκελ, όπως έγινε στο σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας, αλλά υπέρ των θέσεων του Νότου και της Ελλάδας. Τα υπόλοιπα νομίζω είναι φανερά και θα υποτιμούσα τη νοημοσύνη σας αν τα ανέλυα περισσότερο.

Λίγα λόγια για τις εκλογικές στρατηγικές. Τον ΣΥΡΙΖΑ τον συνέφερε να συμμετάσχει τώρα σε κυβέρνηση συνεργασίας του 70% γιατί έτσι θα μπορούσε να αφομοιώσει το 17% και να ελπίζει σε νέα άνοδο. Ήταν ο ρυθμιστής και προτίμησε κατά τη γνώμη μου λάθος, να πάει σε νέες εκλογές προκειμένου να αυξήσει αυτό το ποσοστό. Πράγματι μπορεί να αυξήσει αυτό το ποσοστό από το 25% ως το 35%. Όσο περισσότερο πάρει, τόσο πιο γρήγορα θα πάρει την κατηφόρα γιατί δεν είναι έτοιμος να ασκήσει κυριαρχικά την εξουσία χωρίς να καταρρεύσει από το βάρος. Αν μαθαίνει γρήγορα θα προσπαθήσει να δημιουργήσει αυτή την κυβέρνηση του 70% που μπορούσε και τον Μάϊο. Επειδή θα μπορεί να κυβερνήσει με τη ΔΗΜΑΡ και με τους Ανεξάρτητους Έλληνες με τους οποίους συμφωνεί στο 70% των ζητημάτων αντιμνημονιακής πολιτικής, η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ θα προτιμήσουν να μείνουν εκτός. Πρέπει να αποφύγει αυτή την παγίδα και να επιβάλει πρώτα την απλή αναλογική και μετά τη συμμετοχή των δύο κομμάτων του μνημονίου στην κυβέρνηση, η οποία θα διορθώσει το μνημόνιο και θα το ακυρώσει στην πράξη με ομαλό τρόπο. Έχοντας το κλειδί στη Βουλή, πρέπει να μεταφέρει το κέντρο βάρος από την κυβέρνηση στη Βουλή. Οι υπουργοί και η κυβέρνηση να μην έχουν νομοθετική πρωτοβουλία και να είναι απλά εκτελεστικά όργανα της Βουλής όπως και το Σύνταγμα επιβάλει.



Και για σημαντικές αποφάσεις όπως το σύμφωνο δημοσιονομικής σταθερότητας να επιμείνει σε δημοψηφίσματα. Να συγκεντρωθεί δηλαδή σε στρατηγικά ζητήματα πολιτικής δημοκρατίας και κυριαρχίας και όχι εκεί που θα προσπαθήσουν να τον παρασύρουν, στην καθημερινή άσκηση πολιτικής διαχείρισης. Ούτε και μπορεί να γίνει ο Τσίπρας πρωθυπουργός. Πρέπει όμως να υποδείξει εκείνος ως επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ τον πρωθυπουργό, μετά από δημοκρατική διαδικασία στην κοινοβουλευτική ομάδα και στα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ. Όχι αρχηγικά και με αλαζονεία. Άλλωστε το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο ΣΥΝασπισμός και όχι οι συνιστώσες. Ο Δρίτσας, ή η Βαλαβάνη, ο Μουλόπουλος ή η Σακοράφα, ο Μητρόπουλος ή ο Κουρουμπλής, ή οι άλλοι δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα. Τα προβλήματα δημιούργησαν με δηλώσεις τους και με υπερέκθεση στα μέσα ενημέρωσης ο Στρατούλης, ο Λαφαζάνης, ο Βούτσης, δηλαδή ο ΣΥΝασπισμός. Αυτοί δεν μπορούν να τα βρούν μεταξύ τους. Οι αντιθέσεις μεταξύ τους είναι περισσότερες από όσες μπορούν να αντέξουν οι πολίτες που τους ψήφισαν και οι οποίοι κατά 14% προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ και υποστηρίζουν κυβερνητική λύση με αριστερό πρόσημο. Όχι όμως μηχανιστικά όπως το αντιλαμβάνονται. Δηλαδή με συμμετοχή του ΚΚΕ. Αυτή δεν είναι αριστερή κυβέρνηση επειδή φαντασιώνονται συμμετοχή του ΚΚΕ το οποίο δεν την θέλει. Δεν γίνεται με το ζόρι παντρειά. Αυτό θα είναι βιασμός και απαγωγή. Αριστερή είναι η πολιτική. Δηλαδή να δίνει προτεραιότητα στην εργασία και όχι στο κεφάλαιο. Οι διαφορές μεταξύ κομμουνιστών που έχουν διασπαστεί από το ΚΚΕ εδώ και 90 χρόνια, δεν ενδιαφέρουν τον Έλληνα. Ας πάνε σε ένα καφενείο να τα συζητάνε μεταξύ τους να περνάει η ώρα ευχάριστα.

Δημοσίευση σχολίου