Δευτέρα, Απριλίου 09, 2012

Ποιός είναι πρόθυμος για κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ; Λιγότεροι από όσους θα ήθελαν το κάθε κόμμα αυτοδύναμο; Ή περισσότεροι;





Ας ασχοληθούμε σήμερα με την εσωτερική πολιτική κατάσταση, γιατί αν το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι κυρίως οικονομικό, όπως όλοι συμφωνούμε πλέον, ενόψει εκλογών πρέπει να δούμε το ίδιο πρόβλημα από την πολιτική του οπτική.
Υπάρχουν δύο πολύ αξιόλογες απόψεις: Η μία εκφράζεται από ανθρώπους της αγοράς, από οικονομολόγους, Έλληνες και ξένους και από μερίδα πολιτών στο εσωτερικό. Είναι δυνατόν να αναθέσουμε την επίλυση των προβλημάτων που δημιούργησαν ή δεν έλυσαν τα δύο μεγάλα κόμματα τα τελευταία 35 χρόνια, όταν ήταν παντοδύναμα και είχαν την ευκαιρία; Κι επειδή η αφοπλιστική και αυτονόητη απάντηση είναι ότι ασφαλώς και δεν πρέπει γιατί εκτός των άλλων δεν δείχνουν και σημάδια μεταμέλειας, προτείνουν κάτι άλλο, ο καθένας το δικό του μικρότερο κόμμα.

Η άλλη άποψη προέρχεται κυρίως από το χώρο του ΠΑΣΟΚ και λέει ότι δεν είναι λύση ούτε για τη χώρα ούτε για την κοινωνία, ούτε για τους πολίτες ούτε για το πολιτικό σύστημα ούτε για την Αριστερά, ούτε για το ΠΑΣΟΚ η συνεργασία με τη ΝΔ γιατί έτσι ενταφιάζεται οριστικά η δυνατότητα να υπάρξουν μεγάλα κόμματα στο μέλλον. Και η χώρα έχει ανάγκη από μεγάλα κόμματα που θα εξασφαλίζουν μεγάλη συναίνεση στην κοινωνία για να κυβερνήσουν. Όπως λοιπόν ο Σαμαράς από την αρχή ήταν εναντίον του μνημονίου για να διαφυλάξει τη ΝΔ ως εναλλακτική λύση διακυβέρνησης, έτσι και το ΠΑΣΟΚ πρέπει να επιστρέψει στην κεντροαριστερά και να προσπαθήσει να συνεργαστεί με τα κόμματα της άλλης Αριστεράς ως εναλλακτική λύση διακυβέρνησης. Και βλέπουν ως πρώτο θύμα αυτής της συνεργασίας την ΔΗΜΑΡ και δεν αποκλείουν και τον ΣΥΡΙΖΑ ή άλλα μικρά κόμματα του χώρου τα οποία υπάρχουν ή μπορεί να προκύψουν όπως η Κοινωνική Συμφωνία.
Για το πρόβλημα της ακυβερνησίας, που προβάλει η ΝΔ λένε απλά ότι προκειμένου να κυβερνήσουμε μαζί καλύτερα να δώσουμε ακόμα και ψήφο ανοχής σε μια κυβέρνηση Σαμαρά, παρά να συμμετέχουμε άμεσα στην ίδια ή σε άλλη κυβέρνηση συγκυβέρνησης γενικά.
Εδώ γίνεται όμως μάλλον ένας αναχρονισμός. Η συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με την Αριστερά ήταν διακαής πόθος του ΠΑΣΟΚ και κυρίως των πολιτών που το επέλεγαν τη δεκαετία του 70 και έζησε αυτό με διάφορες μορφές και τη δεκαετία του 80. Ο Ανδρέας Παπανδρέου πράγματι υποσχέθηκε τη βραδιά της μεγάλης νίκης στις 18 Οκτωβρίου 1981 ότι θα τηλεφωνούσε στον Χαρίλαο Φλωράκη για να συνεργαστούν στη σύνθεση της κυβέρνησης, αλλά αυτό το τηλέφωνο δεν έγινε ποτέ. Το ξαναείπε το 1989 όταν πρότεινε ως βάση συνεργασίας την ψήφιση της απλής αναλογικής, αλλά ήταν πια αργά για τον ΣΥΝ ο οποίος προτίμησε την συγκυβέρνηση Τζαννετάκη για 3 μήνες και πάλι εκλογές που έφεραν τον Μητσοτάκη με ισχνή πλειοψηφία στη θέση του πρωθυπουργού.
Αν τότε εκείνο το ΠΑΣΟΚ είχε προτείνει συνεργασία σίγουρα θα είχε πετύχει. Αλλά μετά από 20 χρόνια έχουν τέτοια πικρή εμπειρία τα κόμματα της Αριστεράς, ώστε δεν υπάρχει καν σκέψη σε κανέναν, πολύ περισσότερο που το ΠΑΣΟΚ δεν ανήκει πια στην αριστερά, αλλά στον νεοφιλελεύθερο πυρήνα των κυβερνητικών κομμάτων της ευρωζώνης. Με κυβερνητική πρακτική ολοζώντανη ακόμα και τη στιγμή που μιλάμε. Και με δεσμεύσεις να ακολουθήσει την ίδια πολιτική αν του δοθεί η ευκαιρία στο μέλλον. Είναι τουλάχιστον 20 χρόνια πίσω αυτή η ιδέα.

Παρόλα αυτά η χώρα θα ζήσει όπως και οι Έλληνες. Οι εκλογές γίνονται τη χειρότερη στιγμή για την ψυχολογία των πολιτών, δηλαδή τη στιγμή της πλήρους απελπισίας, απογοήτευσης, της κατάθλιψης και της μελαγχολίας. Από την επόμενη Βουλή θα φανεί η λύση, είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο. Με θετικό τρόπο, αν τα πράγματα αρχίσουν να βελτιώνονται. Με αρνητικό τρόπο, αν συνεχίσουμε τον ίδιο λάθος δρόμο με τα ίδια φυσιολογικά λάθος αποτελέσματα. Γιατί αν περιμένεις ότι εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική θα έχεις διαφορετικά αποτελέσματα, δεν είσαι ρεαλιστής.

Για να υπάρξει θετική προοπτική δεν είναι δύσκολο, αλλά δεν γίνεται με αστειότητες. Δεν γίνεται με τις παιδικές χαρές του αρχηγού και με τους κηπουρούς του αρχηγού. Δεν γίνεται από κόμματα αρχηγικά, όπου ο κάθε σοβαρός πολιτικός δεν είναι λογικό να περιμένουμε ότι θέλει να ενταχθεί και να γίνει το ξεσκονόπανο και ο γλείφτης του αρχηγού. Πόσο μάλλον αν συνεργάζονται περισσότερα του ενός κόμματα, τα οποία είναι και τα δύο ή και περισσότερα αρχηγικά. Είναι διαφορετικό ένας πολιτικός αρχηγός να είναι μια προσωπικότητα με κύρος και επομένως επιβάλλεται φυσιολογικά στο κόμμα του γιατί ως προσωπικότητα έχει μεγαλύτερη εμβέλεια, από το να επιβάλει μια δική του αυλή, στο όνομα της ατυχούς στιγμής που τον ανέδειξε αρχηγό και επομένως θα είναι αρχηγός όσο ζεί εκτός αν ο ίδιος αποφασίσει να παραιτηθεί. Τέτοιους αρχηγούς της δεύτερης κοπής έχουμε δεί πολλούς και μεταξύ αυτών όλους τους σημερινούς, ακόμα κι αν είναι χρόνια στην αντιπολίτευση.
Ποιο κόμμα δεν είναι αρχηγικό; Η ΝΔ του Κ. Καραμανλή, ή του Αντώνη Σαμαρά; Ή η Δημ. Συμμ. Της Ντόρας Μπακογιάννη; Το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, του Γιώργου Παπανδρέου ή του Βαγγέλη Βενιζέλου; Ή η Κοινωνική Συμφωνία, ή το Άρμα Πολιτών του Γιάννη Δημαρά; Ή η ΔΗΜ ΑΡ του Φώτη Κουβέλη ή το ΚΚΕ της Αλέκας Παπαρήγα, εκεί ίσως ταιριάζει ο χαρακτηρισμός γραφειοκρατική ηγεσία που είναι το ίδιο; Ή μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ που αποτελείται από περισσότερες της μιάς κομματικές συνιστώσες, δεν είναι ένα άθροισμα αρχηγικών και γραφειοκρατικών ηγεσιών που έχουν αυτοδιοριστεί επικεφαλής των συνιστωσών και μοιράζονται τις θέσεις στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ;

Φυσικά υπάρχει πάντοτε η ελπίδα, αυτά τα πράγματα να αλλάξουν μετά τις εκλογές, επειδή απλώς αυτά τα μοντέλα διοίκησης των κομμάτων είναι ξεπερασμένα. Ποια ηγεσία όμως ευνόησε τους αντάρτες που διέγραψε επειδή δεν ψήφισαν το μνημόνιο; Ποια ηγεσία αναγνώρισε στους βουλευτές της και στους υπουργούς της ακόμα, συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων; Ήξερε το υπουργικό συμβούλιο του Γιώργου Παπανδρέου ότι θα συνεργαστούν με τη ΝΔ και με τον ΛΑΟΣ; Ήξερε το ΥΣ ότι θα πάμε σε δημοψήφισμα ή μετά από 12 ώρες ότι δεν θα πάμε σε δημοψήφισμα; Ήξερε κανείς βουλευτής του Αντώνη Σαμαρά ότι θα συγκυβερνήσει με το ΠΑΣΟΚ; Ή ότι θα ψηφίσουν το μνημόνιο και μάλιστα με κομματική πειθαρχία; Ποιο συλλογικό όργανο αποφάσισε τη στάση του κόμματος; Κανένα. Ποιος από τους αρχηγούς υποσχέθηκε έστω ότι αυτό το πράγμα είναι παρελθόν και στο μέλλον δεν θα ισχύει το ίδιο μοντέλο;

Ο πρώτος που θα το κάνει στην πράξη θα εκπλαγεί με τα αποτελέσματα που έχει η δημοκρατία. Αν δεν είναι φυσικά ψεύτικη αλλά αληθινή. Εθελοντική και όχι με το ζόρι.

Ας το δούμε όμως το πράγμα απλά. Όποιος θέλει κυβέρνηση Σαμαρά, γιατί να ψηφίσει Βενιζέλο; Ψηφίζει απευθείας Σαμαρά. Αν κάποιος θέλει κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ και ΠΑΣΟΚ είναι εντελώς διαφορετικό. Σημαίνει ότι και τα δύο κόμματα δεν θα κατηγορούν το ένα το άλλο ψευδώς για να ξεχάσουν την κατηγορία την επομένη των εκλογών και να αισθανθούν όλοι οι πολίτες προδομένοι και αυτοί που ψήφισαν ΝΔ και αυτοί που ψήφισαν ΠΑΣΟΚ. Σημαίνει ότι και προεκλογικά θα έχουν διαπιστώσει σύγκλιση των πολιτικών που υποστηρίζουν και ότι θέλουν μετεκλογικά να κυβερνήσουν μαζί με εντολή του ελληνικού λαού για να εφαρμόσουν αυτή την πολιτική που συμφωνούν ότι είναι η καλύτερη και έχει εγκριθεί από τους πολίτες στις κάλπες.

Αν κάποιος θέλει να ψηφίσει ΠΑΣΟΚ, δεν πηγαίνει μέσω Κουβέλη, αλλά ψηφίζει απευθείας Βενιζέλο και μάλιστα του δίνει λευκή επιταγή να συνεργαστεί με όποιον θέλει μετεκλογικά και κρίνει καλύτερο. Δεν γίνεται αυτό με το να υπόσχεται ο Κουβέλης ότι με το ΠΑΣΟΚ αυτό δεν μπορεί να συνεργαστεί. Αν πάλι κάποιος θέλει κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ και ΣΥΡΙΖΑ, φροντίζει προεκλογικά να μην κατηγορεί τον άλλον για τρομοκράτη ή για ανεύθυνη πολιτική ή για ακυβερνησία, αλλά διαμορφώνει με διάλογο σοβαρό πρόγραμμα σύγκλισης, με αλλαγή πολιτικής ώστε με άλλο τρόπο και όχι με τον λαθεμένο να πετύχει την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Κι αφού πάρει λαϊκή εντολή κυβερνά ή κάθεται στην αντιπολίτευση αν δεν έχει εγκριθεί αυτή η πολιτική από την πλειοψηφία που πάει μαζί και με μπόνους 50 εδρών. Αν λές προεκλογικά ότι θέλω να συνεργαστώ με τη ΔΗΜΑΡ, αλλά δεν δεσμεύομαι ότι δεν θα κυβερνήσω με τον Σαμαρά αν δεν βγαίνουν τα κουκιά, δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε βιώσιμο.

Γιατί ο πολίτης καταλαβαίνει. Αυτή τη στιγμή το μεγάλο ρεύμα είναι υπέρ της ανατροπής της πολιτικής του μνημονίου. Είναι πάνω από 80-20 αυτή η τάση στους πολίτες. Μέσω των μετρήσεων, το σύστημα διακυβέρνησης προσπαθεί να περάσει την εντύπωση ότι το μεγάλο δίλημμα είναι: Ψήφος διαμαρτυρίας στα δύο κόμματα που μας έφεραν εδώ, ή παραμονή στο ευρώ και στην ΕΕ. Όπου πάλι η ψήφος διαμαρτυρίας υπερέχει, αλλά με 42 – 40. Αλλά για να βγεί αυτό το 40% αθροίζουν την ΔΗΜΑΡ και τους Ανεξάρτητους Έλληνες και τον μισό ΣΥΡΙΖΑ, ενώ για να μειωθεί η ψήφος διαμαρτυρίας στα δύο κόμματα, αφαιρούν τους αντιμνημονιακούς της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΛΑΟΣ. Πρόκειται για καταφανέστατη παγίδα, ότι δηλαδή εντάξει διαφωνώ με τη ΝΔ που ψήφισε το μνημόνιο, αλλά πρέπει να την ψηφίσω για να παραμείνουμε στο ευρώ, ενώ αν θέλω να ψηφίσω υπέρ της παραμονής στην ΕΕ και στο ευρώ, μπορώ να επιλέξω τον Καμένο, ή την ΔΗΜΑΡ, ή τον ΣΥΡΙΖΑ ή την Κοινωνική Συμφωνία. Επίσης όποιος επιθυμεί πάνω από όλα την έξοδο από το ευρώ και από την ΕΕ, μπορεί να ψηφίσει ΚΚΕ μόνον, κι αυτό τώρα τελευταία έγινε γιατί έβλεπε η κα Παπαρήγα ότι κινδύνευε να πάρει τεράστιο ποσοστό αν έμενε στην προηγούμενη θέση της που ήταν στρατηγικά εκτός ΕΕ, αλλά όσο διαρκεί η κρίση, φυσικά και δεν συμφέρει τους Έλληνες να βγούμε από το ευρώ και να υποτιμήσουμε την εργασία μας, τη χώρα μας, την περιουσία μας και τον πλούτο.
Δημοσίευση σχολίου