Τρίτη, Απριλίου 10, 2012

Όλη η Ευρώπη, εκτός από την Ελλάδα, συζητάει για την διάλυση της Ευρωζώνης.





Τις τελευταίες εβδομάδες, έχουν πληθύνει στον ξένο Τύπο τα δημοσιεύματα και οι μελέτες, από νομικούς, ή από οικονομολόγους για το θέμα του ευρώ και πως θα μπορούσε να βγει από το ευρώ μία χώρα. Η Ελλάδα χρησιμοποιείται φυσικά ως παράδειγμα χώρας που ίσως αποφασίσει να βγει από το ευρώ εφόσον δεν μπορεί να επιβιώσει εντός. Αλλά το ενδιαφέρον αυτή τη φορά δεν είναι για την Ελλάδα αλλά για μια σειρά χώρες που ίσως αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο συντεταγμένα γιατί αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να εφαρμοστεί για μία μόνο χώρα.

Στην Ελλάδα μπορεί το θέμα αυτό να είναι ταμπού, αλλά αυτό δεν βοηθάει τη χώρα μας να καταστρώσει τη στρατηγική της και κυρίως δεν βοηθάει τους πολίτες να δώσουν εγκαίρως και αφού ενημερωθούν έγκυρα, την δέουσα λαϊκή εντολή. Τέλος πάντων με το ζόρι δεν μπορείς να επιβάλεις στα κόμματα να ρωτήσουν το λαό, αλλά οι πολίτες ήδη ενημερώνονται κάθε μέρα κυρίως οι 2.500.000 χρήστες του ίντερνετ και κυρίως του φέης μπουκ. Απλώς οι πολιτικοί δεν παίρνουν χαμπάρι ότι πλέον τα κανάλια χρησιμοποιούνται εντελώς συμπληρωματικά και όχι για ενημέρωση σε βάθος. Μόνο για υπενθύμιση. Το βλέπω άλλωστε κι εγώ κι έχω εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι ακριβώς στις 8 υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν το Σάνι τσάνελ την ίδια στιγμή με όλα τα μεγάλα κανάλια. Προφανώς δηλαδή είναι λίγοι, αλλά πάνω στο ζάπινγκ μας βρίσκουν εμάς και μένουν γιατί ακούνε κάτι ενδιαφέρον που δεν το ακούν ούτε σε εκπομπές λόγου σαν του Πρετεντέρη για παράδειγμα.

Η επιτροπή του οικονομικού βραβείου Γουόλφον, λοιπόν έθεσε ένα ερώτημα: «Αν κάποια κράτη μέλη εγκαταλείψουν την οικονομική και νομισματική ένωση, ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης των συναφών οικονομικών διαδικασιών ώστε να έχουμε το πιο υγιές υπόβαθρο για τη μελλοντική ανάπτυξη κι ευημερία;».
Αμέσως λοιπόν δημοσιεύθηκαν απόψεις κυρίως από νομικούς συνταγματολόγους και πολιτικά στελέχη με εποπτική εικόνα του προβλήματος και επεσήμαναν ότι το ερώτημα έχει άρρητες προϋποθέσεις οι οποίες δεν ισχύουν και επομένως παρέλκει η όποια απάντηση οικονομολόγων ή υπουργών Οικονομικών.
Για παράδειγμα: Τι θα γινόταν αν ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλαδή το ανώτατο πολιτικό όργανο όπου συμμετέχουν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, αποφάσιζε ομόφωνα να επιτρέψει σε ένα μέλος να αποχωρήσει από το ευρώ, παραμένοντας στην ΕΕ; Αυτό παραβιάζει το νόμο, αλλά εάν όλοι ταυτόχρονα παραβιάσουν το νόμο δεν ασκείται καμιά δίωξη εναντίον κανενός. Για παράδειγμα υπάρχει η ρήτρα μη διάσωσης, αλλά διασώζονται χώρες και δεν εφαρμόζεται απλώς η ευρωπαϊκή απαγόρευση. Διαπιστώνουν λοιπόν ότι αυτό απλώς δεν γίνεται. Αν παρέμενε δηλαδή μέλος της ΕΕ θα εξακολουθούσε να ισχύει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αν εγκατέλειπε το ευρώ μόνον στις εσωτερικές υποθέσεις, στο εσωτερικό της χώρας, αλλά το κρατούσε για όλες τις συμβάσεις στο εξωτερικό, αυτή η πράξη θα συνιστούσε την πιο σοβαρή παράβαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δηλαδή τη διάκριση λόγω ιθαγένειας, όπου στηρίζεται όλο το οικοδόμημα της ΕΕ. Επομένως ο κάθε πολίτης θα στρεφόταν και εναντίον της κυβέρνησής του που συμφώνησε και εναντίον όλων των άλλων κυβερνήσεων που συμφώνησαν και θα ζητούσε την αποζημίωσή του με πολύ στερεή νομική βάση. Με βάση όμως τις ευρωπαϊκές συνθήκες, το ευρώ θα εξακολουθήσει να είναι το νόμισμα της αποχωρούσαν χώρας, δηλαδή θα αμφισβητηθούν όλες οι συμβάσεις. Με λίγα λόγια η υπόθεση των οικονομολόγων του οικονομικού βραβείου Γουόλφσον, είναι ο απόλυτος νομικός εφιάλτης.
Μπορεί όμως επίσης ο καθένας να φανταστεί τις τεράστιες γεωπολιτικές επιπτώσεις μιάς διάρρηξης της ευρωζώνης και μάλιστα με απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής. Αυτός είναι ο απόλυτος πολιτικός εφιάλτης και τίθεται πάλι από το ερώτημα του οικονομικού βραβείου Γουόλφσον. Μπορούμε επίσης να φανταστούμε μια ευρωζώνη έτσι όπως είναι δηλαδή με όλους σχεδόν, απογοητευμένους. Εκείνο που κανένας δεν μπορεί να φανταστεί είναι η διαπραγμάτευση της εθελοντικής εξόδου μιάς χώρας, δηλαδή αυτό που θα ήθελε να ερευνήσει η επιτροπή του βραβείου Γουόλφσον. Το γεγονός ότι δεν μπορούν να μελετηθούν οι μακροοικονομικές επιπτώσεις μιάς εθελοντικής αποχώρησης από το ευρώ, δείχνει ότι οι νέες συνθήκες οι οποίες προτάθηκαν από τη Γερμανία και έχουν ήδη εγκριθεί, κατ αρχήν, δεν έχουν πίσω τους οικονομική τεκμηρίωση για τις επιπτώσεις. Αυτό που έθεσε και ήθελε να μελετήσει το βραβείο Γουόλφσον για να καλύψει το κενό. Είναι μια πολιτική απόφαση, η οποία δεν λαμβάνει υπόψιν της τις οικονομικές επιπτώσεις.

Αυτή είναι μια συζήτηση που γίνεται σήμερα από όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ασφαλώς θα έπρεπε να συμμετάσχουν και να πούν τη γνώμη τους και οι Έλληνες πολιτικοί στους πολίτες. Δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν κομματική γραμμή γι αυτό και θα περιοριστούν να λένε ότι επιθυμία μας και στρατηγική μας επιλογή είναι το ευρώ. Και θα φαινόταν σε όλους ότι δεν υπάρχει μελέτη, έρευνα και τεκμηρίωση αυτής της απόφασης για τις οικονομικές επιπτώσεις, στις χώρες του Νότου. Δηλαδή όχι μόνον δεν υπάρχει μελέτη εδώ και 12 χρόνια, αλλά παριστάνουμε και τους έκπληκτους που υπάρχει κρίση χρέους.

Επίσης ως μια λεπτομέρεια του μεγάλου πίνακα, κάνουμε τους έκπληκτους επειδή η Ισπανία προχθές δανείστηκε με 5,7% με το ζόρι τα 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ που ζήτησε από τις αγορές δηλαδή μια ολόκληρη μονάδα παραπάνω σε σύγκριση με τον περασμένο μήνα. Εννοείται ότι το μεγαλύτερο μέρος των ισπανικών ομολόγων τα αγοράζουν ισπανικές τράπεζες με τη ρευστότητα που τους έχει δώσει η ΕΚΤ, άρα οι ισπανικές τράπεζες ταυτίζουν την τύχη τους με την κυβέρνηση της Ισπανίας. Αλλά και η ΕΚΤ έχει ταυτίσει την τύχη της με την κυβέρνηση της Ισπανίας γιατί το 47% των χρημάτων της έχει πάει σε ισπανικές τράπεζες. Με άλλα λόγια δεν είναι χωρίς λόγο που γίνονται τώρα διεθνώς αυτές οι συζητήσεις. Γιατί αν καταφύγει η Ισπανία στον μηχανισμό διάσωσης λόγω της ανόδου των επιτοκίων, τότε και η ΕΚΤ έχει πρόβλημα, δηλαδή ολόκληρη η ευρωζώνη. Ποια είναι η θέση των ελληνικών πολιτικών κομμάτων για το θέμα αυτό; Δεν θα συνηγορήσουμε σε ενιαία αντιμετώπιση του ίδιου θέματος; Δεν θα συμπαρασταθούμε στην Ισπανία με τον τρόπο που συμφέρει κι εμάς δηλαδή με διαγραφή μέρους του χρέους της Ισπανίας το οποίο κατέχει η ΕΚΤ; Κι επειδή τα μεγέθη είναι μεγάλα πρέπει και να κόψει χρήμα η ΕΚΤ και το κριτήριο να μην είναι ο πληθωρισμός, αλλά η καταπολέμηση της ανεργίας.
Αντί γι αυτό, σηζητάμε περιθωριακά θέματα, όπως ποια είναι η γνώμη της Κριστίν Λαγκάρντ για τα αντιμνημονιακά κόμματα τα οποία θεωρεί περιθωριακά σε σύγκριση με τη ΝΔ και με το ΠΑΣΟΚ τα οποία θεωρεί υπεύθυνα. Ή αν θα είναι υποψήφιος ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ή αν θύμωσε ο Βενιζέλος με τον Ραγκούση επειδή δημοσίως διαφώνησε με τη χρηματοδότηση των κομμάτων, ενώ έχει πολιτική ευθύνη.
Δημοσίευση σχολίου